πρόβλεψη
•
- εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπρόνοια, μέριμνα από πριν για πιθανά μελλοντικά γεγονότα Βικιλεξικό
- λογιστικήη δέσμευση κεφαλαίου από τα έσοδα μιας οικονομικής μονάδας για πιθανολογούμενη μελλοντική υποχρέωση Βικιλεξικό
- η εταιρία έχει κάνει πρόβλεψη το ποσό των € 1.200.000 για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος μετά την ολοκλήρωση των εξορύξεων
- βάση της πολιτικής για ικανοποιημένους πελάτες έχει γίνει πρόβλεψη € 22.000 για τυχόν ελαττωματικές συσκευές
- Για παράδειγμα, η τεχνική του «Big Bath» χαρακτηρίζεται από επιβαρύνσεις των αποτελεσμάτων με αυξημένες προβλέψεις και άλλα έξοδα σε περιόδους ύφεσης, ενώ οι επόμενες χρήσεις εμφανίζουν ανάκαμψη των αποτελεσμάτων. Μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση της τεχνικής του «Big Bath» εφαρμόζεται από εταιρείες με κακή προηγούμενη διαχείριση. Δηλαδή, η επιχείρηση προβαίνει σήμερα σε μια μεγαλύτερη πρόβλεψη από αυτή που θα έπρεπε για να «σώσει ένα καλύτερο αύριο».
- Η αναγνώριση των προβλέψεων απαιτεί εκτίμηση, ερμηνεία πιθανοτήτων και βασικές υποθέσεις. Μελετητές της χρηματοοικονομικής λογιστικής υποστηρίζουν ότι οι εκτιμήσεις ανοίγουν την πόρτα σε πιθανή χειραγώγηση κερδών.
Ετυμολογία
πρόβλεψη < καθαρεύουσα πρόβλε(ψις) < πρό-βλεπ- + -σις > -ψις > -ψη < προβλέπω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prévision ή provision (μαρτυρείται από το 1769)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόβλεψη | προβλέψεις |
| Γενική | πρόβλεψης | προβλέψεων |
| Αιτιατική | πρόβλεψη | προβλέψεις |
| Κλητική | πρόβλεψη | προβλέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →