Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόβλεψη

/ˈpɾo.vle.psi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάπρόνοια, μέριμνα από πριν για πιθανά μελλοντικά γεγονότα Βικιλεξικό
  3. λογιστικήη δέσμευση κεφαλαίου από τα έσοδα μιας οικονομικής μονάδας για πιθανολογούμενη μελλοντική υποχρέωση Βικιλεξικό
    • η εταιρία έχει κάνει πρόβλεψη το ποσό των € 1.200.000 για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος μετά την ολοκλήρωση των εξορύξεων
    • βάση της πολιτικής για ικανοποιημένους πελάτες έχει γίνει πρόβλεψη € 22.000 για τυχόν ελαττωματικές συσκευές
    • Για παράδειγμα, η τεχνική του «Big Bath» χαρακτηρίζεται από επιβαρύνσεις των αποτελεσμάτων με αυξημένες προβλέψεις και άλλα έξοδα σε περιόδους ύφεσης, ενώ οι επόμενες χρήσεις εμφανίζουν ανάκαμψη των αποτελεσμάτων. Μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση της τεχνικής του «Big Bath» εφαρμόζεται από εταιρείες με κακή προηγούμενη διαχείριση. Δηλαδή, η επιχείρηση προβαίνει σήμερα σε μια μεγαλύτερη πρόβλεψη από αυτή που θα έπρεπε για να «σώσει ένα καλύτερο αύριο».
    • Η αναγνώριση των προβλέψεων απαιτεί εκτίμηση, ερμηνεία πιθανοτήτων και βασικές υποθέσεις. Μελετητές της χρηματοοικονομικής λογιστικής υποστηρίζουν ότι οι εκτιμήσεις ανοίγουν την πόρτα σε πιθανή χειραγώγηση κερδών.

Ετυμολογία

πρόβλεψη < καθαρεύουσα πρόβλε(ψις) < πρό-βλεπ- + -σις > -ψις > -ψη < προβλέπω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prévision ή provision (μαρτυρείται από το 1769)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόβλεψηπροβλέψεις
Γενικήπρόβλεψηςπροβλέψεων
Αιτιατικήπρόβλεψηπροβλέψεις
Κλητικήπρόβλεψηπροβλέψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →