πρόγκα
•
- οικείοχλευασμός, αποδοκιμασία, πείραγμα (συνήθως με έντονο τρόπο ή ύφος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόγκα < σλαβικής προέλευσης поруга (pôruɡa: λοιδορώ, χλευάζω, εμπαίζω) < по- + ругати < πρωτοσλαβική *rǫgati ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόγκα | πρόγκες |
| Γενική | πρόγκας | προγκών |
| Αιτιατική | πρόγκα | πρόγκες |
| Κλητική | πρόγκα | πρόγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →