πρόδομος
•
- αρχιτεκτονικήτο τμήμα ενός αρχαίου ναού που βρίσκεται μπροστά, πριν από τον σηκό Βικιλεξικό
- προθάλαμος σε μια οικία, χολ, διάδρομος Βικιλεξικό
- ανατομίατο πρώτο τμήμα διαφόρων οργάνων του σώματος (κολεός, πυλωρός κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόδομος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόδομος < πρό- + δόμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dṓm (οίκος, δόμος) < *demh₂- (κτίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόδομος | πρόδομοι |
| Γενική | προδόμου / πρόδομου | προδόμων |
| Αιτιατική | πρόδομο | προδόμους / πρόδομους |
| Κλητική | πρόδομε | πρόδομοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →