πρόδρομος
•
- που προπορεύεται Βικιλεξικό
- που εμφανίζεται πριν από κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπου προπαρασκευάζει τη δράση άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόδρομος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόδρομος. Συγχρονικά αναλύεται σε πρό- + δρόμ(ος) + -ος. : το επίθετο > (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική prodrome < λατινικά prodromus < αρχαία ελληνική πρόδρομος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόδρομος | πρόδρομοι |
| Γενική | προδρόμου / πρόδρομου | προδρόμων |
| Αιτιατική | πρόδρομο | προδρόμους / πρόδρομους |
| Κλητική | πρόδρομε | πρόδρομοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →