πρόζα
•
- η πεζογραφία, ο πεζός λόγος Βικιλεξικό
- οι διάλογοι σε θεατρικό έργο με μουσικοχορευτικά μέρη Βικιλεξικό
- μεταφορικάλόγος με σκέρτσο και θεατρικότητα (π.χ. λεκτικός αυτοσχεδιασμός επί σκηνής) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική prosa < λατινική prosa (oratio) < prorsa, θηλυκό του prorsus < παλαιά λατινική prōvorsus < pro- + vorsus < verto
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόζα | πρόζες |
| Γενική | πρόζας | — |
| Αιτιατική | πρόζα | πρόζες |
| Κλητική | πρόζα | πρόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →