πρόθεμα
•
- φωνήεν το οποίο προστίθεται στην αρχή λέξεων, όταν το θέμα αρχίζει από σύμφωνο ή από συμφωνικό σύμπλεγμα και δεν επιφέρει σημασιολογική μεταβολή στις λέξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
* απόδοση του αγγλικού prefix, από το πρόθημα προ- + θέμα < προτίθημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόθεμα | προθέματα |
| Γενική | προθέματος | προθεμάτων |
| Αιτιατική | πρόθεμα | προθέματα |
| Κλητική | πρόθεμα | προθέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →