πρόκραμα
•
- σπάνιοκράμα (ευγενούς) μετάλλου, π.χ. χρυσού, κατά τη φάση της προεργασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόκραμα < προ- + κράμα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pre-alloy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόκραμα | προκράματα |
| Γενική | προκράματος | προκραμάτων |
| Αιτιατική | πρόκραμα | προκράματα |
| Κλητική | πρόκραμα | προκράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →