πρόκριση
•
- το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που υπάρχει επιλογή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόκριση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόκρισις (προτίμηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόκριση | προκρίσεις |
| Γενική | πρόκρισης | προκρίσεων |
| Αιτιατική | πρόκριση | προκρίσεις |
| Κλητική | πρόκριση | προκρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →