πρόλοβος
•
- ορνιθολογίατμήμα (θύλακας) στον πεπτικό σωλήνα, κοντά στον οισοφάγο των πτηνών, όπου παραμένει για λίγο η τροφή τους, πριν περάσει στο στομάχι τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόλοβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόλοβος < πρό- + λοβός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leh₂b- (κρεμώ χαλαρά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόλοβος | πρόλοβοι |
| Γενική | προλόβου / πρόλοβου | προλόβων |
| Αιτιατική | πρόλοβο | προλόβους / πρόλοβους |
| Κλητική | πρόλοβε | πρόλοβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →