πρόναος
•
- αρχαιολογίαχώρος / δωμάτιο στο πίσω τμήμα ενός αρχαίου ναού Βικιλεξικό
- Είχε πρόναο και οπισθόναο ιδίων διαστάσεων, που ο καθένας τους διέθετε δύο κίονες ανάμεσα σε παραστάδες. (Ηραίο Άργους @ odysseus.culture.gr)
- θρησκείαο νάρθηκας ενός χριστιανικού ναού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόναος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόναος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόναος | πρόναοι |
| Γενική | προνάου / πρόναου | προνάων / πρόναων |
| Αιτιατική | πρόναο | προνάους / πρόναους |
| Κλητική | πρόναε | πρόναοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →