πρόναυλος
•
- ναυτικός όροςο ναύλος, ή μέρος του, που προκαταβάλλεται Βικιλεξικό
- προκαταβολή ναύλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόναυλος < πρό- + ναύλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόναυλος | πρόναυλοι |
| Γενική | προναύλου / πρόναυλου | προναύλων / πρόναυλων |
| Αιτιατική | πρόναυλο | προναύλους / πρόναυλους |
| Κλητική | πρόναυλε | πρόναυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →