πρόνευση
•
- ναυτικός όροςτο αποτέλεσμα του προνευστάζω: ταλάντωση του πλοίουμ απ' την πλώρη ως την πρύμνη σε σχέση με τον οριζόντιο άξονά του Βικιλεξικό
- απλή ή διπλή πρόνευση, γωνία πρόνευσης, ροπή πρόνευσης
Ετυμολογία
πρόνευση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πρόνευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική προνεύω (γέρνω προς τα μπρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόνευση | προνεύσεις |
| Γενική | πρόνευσης | προνεύσεων |
| Αιτιατική | πρόνευση | προνεύσεις |
| Κλητική | πρόνευση | προνεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →