πρόνοια
•
- η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων Βικιλεξικό
- η σύνεση Βικιλεξικό
- η μέριμνα, ιδίως αυτή που εκδηλώνεται οργανωμένα και δημόσια, προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη Βικιλεξικό
- ιστορίαη έκταση γης που παραχωρούσε ο βυζαντινός αυτοκράτορας σε στρατιωτικούς ως ανταπόδοση στις υπηρεσίες τους Βικιλεξικό
- κυπριακάοι πρόνοιες: η πρόβλεψη του νόμου, του Συντάγματος κ.λπ. Βικιλεξικό
- οι όροι μιας συμφωνίας Βικιλεξικό
- η εταιρεία είχε εκφράσει ενστάσεις για πρόνοιες που περιλαμβάνονταν στα κείμενα της συμφωνίας αγοραπωλησίας
Ετυμολογία
πρόνοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόνοια < πρόνους < πρό- + νοῦς :* γενικά, για τη φροντίδα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική providence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόνοια | πρόνοιες |
| Γενική | πρόνοιας | προνοιών |
| Αιτιατική | πρόνοια | πρόνοιες |
| Κλητική | πρόνοια | πρόνοιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →