Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόπηγμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίατυρί σε προκαταρκτική φάση παρασκευής Βικιλεξικό
  2. αρχιτεκτονικήπερίφραγμα ή άλλη κατασκευή στην εξωτερική πλευρά οικοδομήματος για λόγους προστασίας ή διακόσμησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόπηγμα < προ- + πήζω + -μα # πρόπηγμα < ελληνιστική κοινή πρόπηγμα < αρχαία ελληνική πρό + πήγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόπηγμαπροπήγματα
Γενικήπροπήγματοςπροπηγμάτων
Αιτιατικήπρόπηγμαπροπήγματα
Κλητικήπρόπηγμαπροπήγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →