Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόπυλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικός όρος που αφορά την είσοδο ναού ή κτιριακού συγκροτήματος Βικιλεξικό
  2. προπύλαια Βικιλεξικό
    • ερευνήθηκε ο χώρος 24 του μνημειακού Προπύλου του ανακτορικού συγκροτήματος (Αρχαιολογικόν δελτίον, τομ. 63, Υπουργείο Πολιτισμού, 2008, σελ. 752)

Ετυμολογία

πρόπυλο < προ- + πύλη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόπυλοπρόπυλα
Γενικήπροπύλου / πρόπυλουπροπύλων / πρόπυλων
Αιτιατικήπρόπυλοπρόπυλα
Κλητικήπρόπυλοπρόπυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →