πρόρρηση
•
- λόγιοκάτι που λέγεται πριν συμβεί· η προφητεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόρρηση < αρχαία ελληνική πρόρρησις < προ- + ῥῆσις < ἐρῶ / εἴρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόρρηση | προρρήσεις |
| Γενική | πρόρρησης | προρρήσεων |
| Αιτιατική | πρόρρηση | προρρήσεις |
| Κλητική | πρόρρηση | προρρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →