πρόσγαλο
•
- γάλα που ανακατεύεται με τυρόγαλο, προκειμένου να παρασκευαστεί ανθότυρο, μυζήθρα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσγαλο < πρόσ- + γάλ(α) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσγαλο | πρόσγαλα |
| Γενική | πρόσγαλου | πρόσγαλων |
| Αιτιατική | πρόσγαλο | πρόσγαλα |
| Κλητική | πρόσγαλο | πρόσγαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →