πρόσθετο
•
- οποιαδήποτε ουσία προστίθεται σε ένα σώμα για να του προσδώσει ορισμένα χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- τα βιολογικά τρόφιμα πρέπει να είναι καθαρά από συντηρητικά και άλλα πρόσθετα
- πληροφορικήλογισμικό που ενσωματώνεται σε ένα άλλο πρόγραμμα και προσθέτει δυνατότητες σ' αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσθετο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρόσθετος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →