Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσθιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιομπροστινός, εμπρόσθιος Βικιλεξικό
    • Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)
    • Σιδερένιος θώρακας (ὕψος προσθίου μέρους ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ λαιμοῦ 0,45 μ., μέγ. πλ. 0,38 μ., ἐλ. πλ. 0,33 μ.). Ἦταν σπασμένος, ἰδίως στὸ κάτω μέρος του καὶ στὸ ἐπιρράχιο (ὕψ. 0,55 μ.), καθὼς καὶ σὲ ἄλλα μέρη (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, Υπουργείο Τουρισμού και Επιστημών, σελ. 10, 1980)

Ετυμολογία

πρόσθιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσθιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρόσθιοςπρόσθιαπρόσθιο
Γενικήπρόσθιουπρόσθιαςπρόσθιου
Αιτιατικήπρόσθιοπρόσθιαπρόσθιο
Κλητικήπρόσθιεπρόσθιαπρόσθιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρόσθιοιπρόσθιεςπρόσθια
Γενικήπρόσθιωνπρόσθιωνπρόσθιων
Αιτιατικήπρόσθιουςπρόσθιεςπρόσθια
Κλητικήπρόσθιοιπρόσθιεςπρόσθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →