Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσκτισμα

/ˈpɾos.kti.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήκτίσμα το οποίο κατασκευάστηκε πάνω ή δίπλα σε άλλο το οποίο προϋπήρχε Βικιλεξικό
    • […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.

Ετυμολογία

πρόσκτισμα < ελληνιστική κοινή προσκτίζω + -μα < αρχαία ελληνική πρός + κτίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσκτισμαπροσκτίσματα
Γενικήπροσκτίσματοςπροσκτισμάτων
Αιτιατικήπρόσκτισμαπροσκτίσματα
Κλητικήπρόσκτισμαπροσκτίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →