πρόσπτωση
•
- η πτώση ή πρόσκρουση με κάτι ή σε κάτι Βικιλεξικό
- φυσικήη πρόσκρουση με κάτι κατά την κίνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσπτωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσπτω(σις) + -ση < προσπίπτω. Μορφολογικά αναλύεται σε πρόσ- + πτῶσις (πτώση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσπτωση | προσπτώσεις |
| Γενική | πρόσπτωσης | προσπτώσεων |
| Αιτιατική | πρόσπτωση | προσπτώσεις |
| Κλητική | πρόσπτωση | προσπτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →