Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσπτωση

/ˈpɾos.pto.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πτώση ή πρόσκρουση με κάτι ή σε κάτι Βικιλεξικό
  2. φυσικήη πρόσκρουση με κάτι κατά την κίνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόσπτωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσπτω(σις) + -ση < προσπίπτω. Μορφολογικά αναλύεται σε πρόσ- + πτῶσις (πτώση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσπτωσηπροσπτώσεις
Γενικήπρόσπτωσηςπροσπτώσεων
Αιτιατικήπρόσπτωσηπροσπτώσεις
Κλητικήπρόσπτωσηπροσπτώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →