Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσφυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήδύναμη που συμβάλλει στο να κρατά ενωμένα δύο σώματα (στερεά ή υγρά), δρώντας στην επιφάνειά τους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη σχετική δύναμη που συγκρατεί ένα όχημα στο έδαφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόσφυση < αρχαία ελληνική πρόσφυσις < προσφύω < πρός + φύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική adhérence)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσφυσηπροσφύσεις
Γενικήπρόσφυσηςπροσφύσεων
Αιτιατικήπρόσφυσηπροσφύσεις
Κλητικήπρόσφυσηπροσφύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →