πρόσφυση
•
- φυσικήδύναμη που συμβάλλει στο να κρατά ενωμένα δύο σώματα (στερεά ή υγρά), δρώντας στην επιφάνειά τους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη σχετική δύναμη που συγκρατεί ένα όχημα στο έδαφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσφυση < αρχαία ελληνική πρόσφυσις < προσφύω < πρός + φύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική adhérence)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσφυση | προσφύσεις |
| Γενική | πρόσφυσης | προσφύσεων |
| Αιτιατική | πρόσφυση | προσφύσεις |
| Κλητική | πρόσφυση | προσφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →