πρόταγμα
•
- νεολογισμός φιλοσοφίαένα γεγονός ή μια ιδέα που προτάσσεται χρονικά ή αξιολογικά Βικιλεξικό
- Η έννοια της ευτυχίας κατακτάται πολύ αργά στην Ευρώπη ως πολιτικό και συλλογικό πολιτιστικό πρόταγμα και όχι ως μεμονωμένη επιδίωξη της επιθυμίας του ατόμου. (@efsyn.gr)
Ετυμολογία
πρόταγμα < προτάσσω, προταγ- + -μα (συγκρίνετε με το ελληνιστικό πρόταγμα με άλλη σημασία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόταγμα | προτάγματα |
| Γενική | προτάγματος | προταγμάτων |
| Αιτιατική | πρόταγμα | προτάγματα |
| Κλητική | πρόταγμα | προτάγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →