Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόταση

/ˈpɾo.ta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήμια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά απο λέξεις με κεντρικό χαρακτηριστικό ένα ρήμα Βικιλεξικό
    • Οι προτάσεις δημιουργούν τις περιόδους που μπορεί να χωρίζονται σε ημιπεριόδους.
  2. κάτι που προτείνω σε κάποιον, μια συμβουλή, υπόδειξη, αίτημα ή προσφορά Βικιλεξικό
    • Της έκανε πρόταση γάμου.
    • Μου έκαναν μία συμφέρουσα πρόταση για αγορά ομολόγων.
    • Απέρριψε την πρόταση να αναλάβει προπονητής της ομάδας.
    • Οι προτάσεις του διευθυντή της Τράπεζας εξετάζονται από το υπουργείο Οικονομικών.
  3. αθλητισμόςτο τέντωμα προς τα μπρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρότα(σις) + -ση < προτείνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική proposition) → δείτε και πρό- & τάση < τείνω. Διαφορετικό το προτάσσω.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρότασηπροτάσεις
Γενικήπρότασηςπροτάσεων
Αιτιατικήπρότασηπροτάσεις
Κλητικήπρότασηπροτάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →