Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρότερος

/ˈpɾo.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που αλληλουχιακά προηγείται κάτι ή κάποιου άλλου Βικιλεξικό
    • Επομένως, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα, (θετικά), περιστατικά έντιμης ζωής με αξιοσημείωτη και επιβραβεύσιμη συμπεριφορά μέχρι την τέλεση της πράξης και απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης σε όλους τους τομείς της ζωής του (Απόφαση 1328 / 2018, Άρειος Πάγος https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=3MMPGP1TCLXMS0SXEUIG0HGCFA2MJF&apof=1328_2018&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C5)

Ετυμολογία

πρότερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρότερος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρότεροςπρότερηπρότερο
Γενικήπρότερουπρότερηςπρότερου
Αιτιατικήπρότεροπρότερηπρότερο
Κλητικήπρότερεπρότερηπρότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρότεροιπρότερεςπρότερα
Γενικήπρότερωνπρότερωνπρότερων
Αιτιατικήπρότερουςπρότερεςπρότερα
Κλητικήπρότεροιπρότερεςπρότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →