πρότζεκτ
•
- εκπαιδευτική μέθοδος με ανάθεση εργασιών σε ομάδες μαθητών Βικιλεξικό
- ερευνητικό ή εργασιακό πρόγραμμα που η επίτευξη του στόχου βασίζεται σε ομαδική εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρότζεκτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική project < λατινική proiectus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος proicio < iacio
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →