πρόφαντος
•
- λόγιοεξαιρετικά φωτεινός Βικιλεξικό
- 19ος αιώνας ⌘ Ανδρέας Κάλβος, Ωδή δεκάτη [X] «Ο Ωκεανός», στροφή 13η, στίχ.111-115, ποιητική συλλογή Λύρα
- 20ος αιώνας ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, [χωρίς τίτλο, Μα ουδέ τασημοκούδουνα], στροφή 3η, Τερρακότες, Ιντερμέδια, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, σελ.53
- για άλλες σημασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόφαντος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόφαντος < πρό- + -φαντος. Συγκρίνετε με το προφαντός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόφαντος | πρόφαντη | πρόφαντο |
| Γενική | πρόφαντου | πρόφαντης | πρόφαντου |
| Αιτιατική | πρόφαντο | πρόφαντη | πρόφαντο |
| Κλητική | πρόφαντε | πρόφαντη | πρόφαντο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόφαντοι | πρόφαντες | πρόφαντα |
| Γενική | πρόφαντων | πρόφαντων | πρόφαντων |
| Αιτιατική | πρόφαντους | πρόφαντες | πρόφαντα |
| Κλητική | πρόφαντοι | πρόφαντες | πρόφαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →