πρόφαση
•
- η ψεύτικη δικαιολογία Βικιλεξικό
- Βρήκε μια πρόφαση για να τη συναντήσει.
- βιολογίατο πρώτο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόφαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόφα(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόφαση | προφάσεις |
| Γενική | πρόφασης | προφάσεων |
| Αιτιατική | πρόφαση | προφάσεις |
| Κλητική | πρόφαση | προφάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →