πρόχειρο
•
- τετράδιο ή άλλο παρόμοιο μέσο το οποίο χρησιμοποιούμε για να καταγράψουμε κάτι προσωρινά ή να κάνουμε υπολογισμούς Βικιλεξικό
- πληροφορικήπεριοχή της μνήμης του υπολογιστή η οποία χρησιμοποιείται για προσωρινή αποθήκευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόχειρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρόχειρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόχειρο | πρόχειρα |
| Γενική | προχείρου / πρόχειρου | προχείρων |
| Αιτιατική | πρόχειρο | πρόχειρα |
| Κλητική | πρόχειρο | πρόχειρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →