Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόχειρο

/ˈpɾo.çi.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τετράδιο ή άλλο παρόμοιο μέσο το οποίο χρησιμοποιούμε για να καταγράψουμε κάτι προσωρινά ή να κάνουμε υπολογισμούς Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήπεριοχή της μνήμης του υπολογιστή η οποία χρησιμοποιείται για προσωρινή αποθήκευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόχειρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρόχειρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόχειροπρόχειρα
Γενικήπροχείρου / πρόχειρουπροχείρων
Αιτιατικήπρόχειροπρόχειρα
Κλητικήπρόχειροπρόχειρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πρόχειρο

/ˈpɾo.çi.ɾo/επίθετο, ουδέτερο
•
  1. ουδέτερο του πρόχειρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόχειρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρόχειρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρόχειροπρόχειροπρόχειρο
Γενικήπροχείρου / πρόχειρουπροχείρου / πρόχειρουπροχείρου / πρόχειρου
Αιτιατικήπρόχειροπρόχειροπρόχειρο
Κλητικήπρόχειροπρόχειροπρόχειρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρόχειραπρόχειραπρόχειρα
Γενικήπροχείρωνπροχείρωνπροχείρων
Αιτιατικήπρόχειραπρόχειραπρόχειρα
Κλητικήπρόχειραπρόχειραπρόχειρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →