πρόχους
•
- αρχαιολογίαείδος αγγείου που χρησιμοποιούνταν είτε ως υδρία για το πλύσιμο χεριών ή ως οινοχόη Βικιλεξικό
- Αγγεία με κατεξοχήν οικιακή χρήση, βασικώς για την αποθήκευση υγρών, ο αμφορέας, η υδρία και η πρόχους συγκαταλέγονται στα πλέον διαδεδομένα σχήματα της κεραμεικής παραγωγής του 13ου και 14ου αι. π.Χ.
Ετυμολογία
πρόχους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόχους
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →