πρύμνηθεν
•
- ναυτικός όρος: προς την, ή από την, πρύμνη, πίσω Βικιλεξικό
- πρύμνηθεν πυροβόλου (= πίσω από το πυροβόλο)
Ετυμολογία
πρύμνηθεν < πρύμνη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πρύμνηθεν < πρύμνη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →