Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρύμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςο σχετικός με την πρύμνη Βικιλεξικό
  2. ο φερόμενος από την πρύμνη Βικιλεξικό
    • πρύμος καιρός (= ο καιρός από την πρύμνη, καλοκαιρία), πρύμο αγέρι (= ούριος άνεμος)

Ετυμολογία

πρύμος < πρύμνη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρύμοςπρύμαπρύμο
Γενικήπρύμουπρύμαςπρύμου
Αιτιατικήπρύμοπρύμαπρύμο
Κλητικήπρύμεπρύμαπρύμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρύμοιπρύμεςπρύμα
Γενικήπρύμωνπρύμωνπρύμων
Αιτιατικήπρύμουςπρύμεςπρύμα
Κλητικήπρύμοιπρύμεςπρύμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →