πρύμος
•
- ναυτικός όροςο σχετικός με την πρύμνη Βικιλεξικό
- ο φερόμενος από την πρύμνη Βικιλεξικό
- πρύμος καιρός (= ο καιρός από την πρύμνη, καλοκαιρία), πρύμο αγέρι (= ούριος άνεμος)
Ετυμολογία
πρύμος < πρύμνη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρύμος | πρύμα | πρύμο |
| Γενική | πρύμου | πρύμας | πρύμου |
| Αιτιατική | πρύμο | πρύμα | πρύμο |
| Κλητική | πρύμε | πρύμα | πρύμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρύμοι | πρύμες | πρύμα |
| Γενική | πρύμων | πρύμων | πρύμων |
| Αιτιατική | πρύμους | πρύμες | πρύμα |
| Κλητική | πρύμοι | πρύμες | πρύμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →