Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρώην

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα Βικιλεξικό
    • πρώην ἀρχηγὸς εἰς τὰ ἄτακτα στρατεύματα (Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδας, Αρ. 29, 14 Σεπτ. 1833, Ναύπλιον, σελ. 223 https://www.google.gr/books/edition/Eph%C4%93meris_t%C4%93s_kubern%C4%93s%C4%93os_tou_Basile/71FGAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CF%81%CF%8E%CE%B7%CE%BD&pg=PA223&printsec=frontcover)
  2. κυρίως για ερωτικές σχέσειςπρώην σύζυγος ή σύντροφος Βικιλεξικό
    • είδα τον πρώην μου στο δρόμο αγκαζέ με μια ξανθιά

Ετυμολογία

πρώην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρῴην

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πρώην

επίθετο
•
  1. που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα Βικιλεξικό
    • Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)

Ετυμολογία

πρώην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρῴην

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →