πρώην
•
- που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα Βικιλεξικό
- πρώην ἀρχηγὸς εἰς τὰ ἄτακτα στρατεύματα (Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδας, Αρ. 29, 14 Σεπτ. 1833, Ναύπλιον, σελ. 223 https://www.google.gr/books/edition/Eph%C4%93meris_t%C4%93s_kubern%C4%93s%C4%93os_tou_Basile/71FGAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CF%81%CF%8E%CE%B7%CE%BD&pg=PA223&printsec=frontcover)
- κυρίως για ερωτικές σχέσειςπρώην σύζυγος ή σύντροφος Βικιλεξικό
- είδα τον πρώην μου στο δρόμο αγκαζέ με μια ξανθιά
Ετυμολογία
πρώην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρῴην
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →