πρώτος
•
- τακτικό αριθμητικόπου αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν Βικιλεξικό
- που ηγείται Βικιλεξικό
- πρώτος μεταξύ ίσων
- ο καλύτερος Βικιλεξικό
- ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο
- οικείοσε ένδειξη επιδοκιμασίας Βικιλεξικό
- είσαι και ο πρώτος
- μαθηματικάγια αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1 Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςτιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςΌρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλοίου. Βικιλεξικό
- «σ' έστειλε ο Πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις» (στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία)
Ετυμολογία
πρώτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρῶτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pr̥H-
Άλλοι τύποι
πρώταπρώτεπρώτεςπρώτηπρώτηςπρώτοπρώτοιπρώτοςπρώτουπρώτουςπρώτων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →