πτέραρχος
•
- στρατιωτικός βαθμόςανώτατος βαθμός πολεμικής αεροπορίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτέραρχος < πτερ(όν) + -αρχος, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική wing commander
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτέραρχος | πτέραρχοι |
| Γενική | πτέραρχου / πτεράρχου | πτέραρχων / πτεράρχων |
| Αιτιατική | πτέραρχο | πτέραρχους / πτεράρχους |
| Κλητική | πτέραρχε | πτέραρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →