πτέρωση
•
- ναυτικός όροςστάση ακινησίας των κουπιών σε οριζόντια θέση για ανάπαυση των κωπηλατών Βικιλεξικό
- νεολογισμόςμέθοδος διακοπής λειτουργίας των πτερυγίων μιας ανεμογεννήτριας σε περίπτωση ισχυρών ανέμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτέρωση < αρχαία ελληνική πτέρωσις : (για τον νεολογισμό) < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική feathering
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτέρωση | πτερώσεις |
| Γενική | πτέρωσης | πτερώσεων |
| Αιτιατική | πτέρωση | πτερώσεις |
| Κλητική | πτέρωση | πτερώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →