πτίλωμα
•
- λόγιοτα πούπουλα ή τα μαλακά φτερά του φτερώματος ενός πουλιού Βικιλεξικό
- Αυτή / Σαν μητέρα νεοσσών όπου κίνδυνος κάνει φτερούγα / Και από τις καταιγίδες μέσα λίγα ψίχουλα / Γαλήνης υπομονετικά συνάζει· ώστε αύριο, μεθαύριο / Κείνα που κατά διάνοιαν έχεις με καινούριο στιλπνό πτίλωμα / Στους αιθέρες ν' ανοιχτούν κι ας ανοιγοκλειούν οι θύρες άδικα / Στα ουράνια κατοικητήρια. (Οδυσσέας Ελύτης, La pallida morte, Τα ελεγεία της οξώπετρας)
Ετυμολογία
πτίλωμα < πτίλ(ο) + -ωμα < αρχαία ελληνική πτίλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτίλωμα | πτιλώματα |
| Γενική | πτιλώματος | πτιλωμάτων |
| Αιτιατική | πτίλωμα | πτιλώματα |
| Κλητική | πτίλωμα | πτιλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →