πταίω
•
- αρχαιοπρεπέςφταίω, στην ιστορική φράση τίς πταίει;; Βικιλεξικό
- Τὸ ἔθνος δὲν πταίει… Μετὰ τὰ παθήματα τοῦ παρελθόντος, τίθεται ἐκ νέου εἰς τὸ ἔθνος τὸ δίλημμα τῆς ὑποταγῆς εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ τῆς επαναστάσεως, εἶναι τὸ ἔθνος καταδικαστέον διότι δὲν σπεύδει ν’ ἀποδεχθεῖ τὸ δεύτερον;
Ετυμολογία
πταίω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πταίω. Συγκρίνετε με το φταίω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →