πτερυγισμός
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πτερυγίζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πτερύγισμα, φτερούγισμα
- ιατρικήαφύσικη ταχυκαρδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτερυγισμός < πτερυγίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτερυγισμός | πτερυγισμοί |
| Γενική | πτερυγισμού | πτερυγισμών |
| Αιτιατική | πτερυγισμό | πτερυγισμούς |
| Κλητική | πτερυγισμέ | πτερυγισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →