Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτερυγωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει πτέρυγες Βικιλεξικό
  2. αυτός που έχει διαμόρφωση πτέρυγας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτερυγωτός < πτέρυγα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτερυγωτόςπτερυγωτή / πτερυγωτηπτερυγωτο / πτερυγωτό
Γενικήπτερυγωτούπτερυγωτήςπτερυγωτού
Αιτιατικήπτερυγωτόπτερυγωτήπτερυγωτό
Κλητικήπτερυγωτέπτερυγωτήπτερυγωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτερυγωτοίπτερυγωτέςπτερυγωτά
Γενικήπτερυγωτώνπτερυγωτώνπτερυγωτών
Αιτιατικήπτερυγωτούςπτερυγωτέςπτερυγωτά
Κλητικήπτερυγωτοίπτερυγωτέςπτερυγωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →