πτηνοτροφικός
•
- που έχει σχέση με πτηνοτρόφο ή πτηνοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτηνοτροφικός < πτηνοτρόφος / πτηνοτροφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτηνοτροφικός | πτηνοτροφική | πτηνοτροφικό |
| Γενική | πτηνοτροφικού | πτηνοτροφικής | πτηνοτροφικού |
| Αιτιατική | πτηνοτροφικό | πτηνοτροφική | πτηνοτροφικό |
| Κλητική | πτηνοτροφικέ | πτηνοτροφική | πτηνοτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτηνοτροφικοί | πτηνοτροφικές | πτηνοτροφικά |
| Γενική | πτηνοτροφικών | πτηνοτροφικών | πτηνοτροφικών |
| Αιτιατική | πτηνοτροφικούς | πτηνοτροφικές | πτηνοτροφικά |
| Κλητική | πτηνοτροφικοί | πτηνοτροφικές | πτηνοτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →