πτητικότητα
•
- σπάνιοη ιδιότητα του πτητικού Βικιλεξικό
- χημείαη ιδιότητα υγρών ή στερεών να εξαερώνονται γρήγορα και εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτητικότητα < πτητικός + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική volatilité )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτητικότητα | πτητικότητες |
| Γενική | πτητικότητας | πτητικοτήτων |
| Αιτιατική | πτητικότητα | πτητικότητες |
| Κλητική | πτητικότητα | πτητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →