Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτυσσόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που μπορεί με κατάλληλο μηχανισμό να διπλωθεί ή να συμπτυχθεί ώστε να αποκτήσει μικρότερο όγκο και να αποθηκευτεί ευκολότερα Βικιλεξικό
    • πτυσσόμενες καρέκλες
    • Στη διαδικασία μέτρησης χρησιμοποιούμε όργανα όπως υποδεκάμετρο, η μεζούρα και το πτυσσόμενο μέτρο (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 29)

Ετυμολογία

πτυσσόμενος < μετοχή μέσου ενεστώτα του πτύσσω

Άλλοι τύποι

πτυσσόμεναπτυσσόμενεπτυσσόμενεςπτυσσόμενηπτυσσόμενηςπτυσσόμενοπτυσσόμενοιπτυσσόμενοςπτυσσόμενουπτυσσόμενουςπτυσσόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →