Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτυχωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πτυχές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτυχωτός < πτυχώνω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτυχωτόςπτυχωτήπτυχωτό
Γενικήπτυχωτούπτυχωτήςπτυχωτού
Αιτιατικήπτυχωτόπτυχωτήπτυχωτό
Κλητικήπτυχωτέπτυχωτήπτυχωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτυχωτοίπτυχωτέςπτυχωτά
Γενικήπτυχωτώνπτυχωτώνπτυχωτών
Αιτιατικήπτυχωτούςπτυχωτέςπτυχωτά
Κλητικήπτυχωτοίπτυχωτέςπτυχωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →