πτωματικός
•
- που έχει σχέση με πτώμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτωματικός < πτώμα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική cadavérique )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτωματικός | πτωματική | πτωματικό |
| Γενική | πτωματικού | πτωματικής | πτωματικού |
| Αιτιατική | πτωματικό | πτωματική | πτωματικό |
| Κλητική | πτωματικέ | πτωματική | πτωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτωματικοί | πτωματικές | πτωματικά |
| Γενική | πτωματικών | πτωματικών | πτωματικών |
| Αιτιατική | πτωματικούς | πτωματικές | πτωματικά |
| Κλητική | πτωματικοί | πτωματικές | πτωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →