Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτωματικός

/pto.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πτώμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτωματικός < πτώμα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική cadavérique )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτωματικόςπτωματικήπτωματικό
Γενικήπτωματικούπτωματικήςπτωματικού
Αιτιατικήπτωματικόπτωματικήπτωματικό
Κλητικήπτωματικέπτωματικήπτωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτωματικοίπτωματικέςπτωματικά
Γενικήπτωματικώνπτωματικώνπτωματικών
Αιτιατικήπτωματικούςπτωματικέςπτωματικά
Κλητικήπτωματικοίπτωματικέςπτωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →