πτωχοπροδρομικός
•
- που έχει σχέση με τον Πτωχοπρόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τον πτωχοπροδρομισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτωχοπροδρομικός < πτωχοπρόδρομος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτωχοπροδρομικός | πτωχοπροδρομική | πτωχοπροδρομικό |
| Γενική | πτωχοπροδρομικού | πτωχοπροδρομικής | πτωχοπροδρομικού |
| Αιτιατική | πτωχοπροδρομικό | πτωχοπροδρομική | πτωχοπροδρομικό |
| Κλητική | πτωχοπροδρομικέ | πτωχοπροδρομική | πτωχοπροδρομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτωχοπροδρομικοί | πτωχοπροδρομικές | πτωχοπροδρομικά |
| Γενική | πτωχοπροδρομικών | πτωχοπροδρομικών | πτωχοπροδρομικών |
| Αιτιατική | πτωχοπροδρομικούς | πτωχοπροδρομικές | πτωχοπροδρομικά |
| Κλητική | πτωχοπροδρομικοί | πτωχοπροδρομικές | πτωχοπροδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →