Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτωχοπροδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Πτωχοπρόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τον πτωχοπροδρομισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτωχοπροδρομικός < πτωχοπρόδρομος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτωχοπροδρομικόςπτωχοπροδρομικήπτωχοπροδρομικό
Γενικήπτωχοπροδρομικούπτωχοπροδρομικήςπτωχοπροδρομικού
Αιτιατικήπτωχοπροδρομικόπτωχοπροδρομικήπτωχοπροδρομικό
Κλητικήπτωχοπροδρομικέπτωχοπροδρομικήπτωχοπροδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτωχοπροδρομικοίπτωχοπροδρομικέςπτωχοπροδρομικά
Γενικήπτωχοπροδρομικώνπτωχοπροδρομικώνπτωχοπροδρομικών
Αιτιατικήπτωχοπροδρομικούςπτωχοπροδρομικέςπτωχοπροδρομικά
Κλητικήπτωχοπροδρομικοίπτωχοπροδρομικέςπτωχοπροδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →