πτωχοπροδρομισμός
•
- η συνήθεια που έχει κάποιος να θρηνεί (δικαιολογημένα ή κυρίως αδικαιολόγητα), γιατί είναι φτωχός και δυστυχής, ώστε να αποσπάσει τον οίκτο και (ενδεχόμενη) βοήθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτωχοπροδρομισμός < πτωχοπρόδρομος + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτωχοπροδρομισμός | πτωχοπροδρομισμοί |
| Γενική | πτωχοπροδρομισμού | πτωχοπροδρομισμών |
| Αιτιατική | πτωχοπροδρομισμό | πτωχοπροδρομισμούς |
| Κλητική | πτωχοπροδρομισμέ | πτωχοπροδρομισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →