Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτώχευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομη γνωστοποίηση και επισημοποίηση της αδυναμίας πληρωμής ή εξώφλησης υποχρεώσεων είτε ατόμου, είτε επιχείρησης είτε κράτους, που έχει με τη σειρά της διάφορες νομικές συνέπειες για τον πτωχεύσαντα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη αναπαραδιά Βικιλεξικό
    • Παιδιά, εγώ κηρύσσω πτώχευση, πληρώστε εσείς το λογαριασμό (π.χ. του μπαρ)

Ετυμολογία

πτώχευση < πτωχεύω + -σις/-ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπτώχευσηπτωχεύσεις
Γενικήπτώχευσηςπτωχεύσεων
Αιτιατικήπτώχευσηπτωχεύσεις
Κλητικήπτώχευσηπτωχεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →