πτώχευση
•
- νομη γνωστοποίηση και επισημοποίηση της αδυναμίας πληρωμής ή εξώφλησης υποχρεώσεων είτε ατόμου, είτε επιχείρησης είτε κράτους, που έχει με τη σειρά της διάφορες νομικές συνέπειες για τον πτωχεύσαντα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη αναπαραδιά Βικιλεξικό
- Παιδιά, εγώ κηρύσσω πτώχευση, πληρώστε εσείς το λογαριασμό (π.χ. του μπαρ)
Ετυμολογία
πτώχευση < πτωχεύω + -σις/-ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτώχευση | πτωχεύσεις |
| Γενική | πτώχευσης | πτωχεύσεων |
| Αιτιατική | πτώχευση | πτωχεύσεις |
| Κλητική | πτώχευση | πτωχεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →