Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυγαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου έχει σχέση με την πυγή, την ουρά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυγαίος < αρχαία ελληνική πυγαῖος < πυγή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυγαίοςπυγαίαπυγαίο
Γενικήπυγαίουπυγαίαςπυγαίου
Αιτιατικήπυγαίοπυγαίαπυγαίο
Κλητικήπυγαίεπυγαίαπυγαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυγαίοιπυγαίεςπυγαία
Γενικήπυγαίωνπυγαίωνπυγαίων
Αιτιατικήπυγαίουςπυγαίεςπυγαία
Κλητικήπυγαίοιπυγαίεςπυγαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →