Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυγμαχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πυγμαχία ή τον πυγμάχο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυγμαχικός < πυγμαχία / πυγμάχος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυγμαχικόςπυγμαχικήπυγμαχικό
Γενικήπυγμαχικούπυγμαχικήςπυγμαχικού
Αιτιατικήπυγμαχικόπυγμαχικήπυγμαχικό
Κλητικήπυγμαχικέπυγμαχικήπυγμαχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυγμαχικοίπυγμαχικέςπυγμαχικά
Γενικήπυγμαχικώνπυγμαχικώνπυγμαχικών
Αιτιατικήπυγμαχικούςπυγμαχικέςπυγμαχικά
Κλητικήπυγμαχικοίπυγμαχικέςπυγμαχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →