πυγμαχικός
•
- που έχει σχέση με την πυγμαχία ή τον πυγμάχο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυγμαχικός < πυγμαχία / πυγμάχος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυγμαχικός | πυγμαχική | πυγμαχικό |
| Γενική | πυγμαχικού | πυγμαχικής | πυγμαχικού |
| Αιτιατική | πυγμαχικό | πυγμαχική | πυγμαχικό |
| Κλητική | πυγμαχικέ | πυγμαχική | πυγμαχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πυγμαχικοί | πυγμαχικές | πυγμαχικά |
| Γενική | πυγμαχικών | πυγμαχικών | πυγμαχικών |
| Αιτιατική | πυγμαχικούς | πυγμαχικές | πυγμαχικά |
| Κλητική | πυγμαχικοί | πυγμαχικές | πυγμαχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →